Select Page

Τα έργα του Markus Raetz δεν επικεντρώνονται σε αυτό που απεικονίζουν, αλλά στον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά. Απαιτούν από τον θεατή την ενεργή παρουσία και συμμετοχή του, όχι μόνο μέσω της όρασης και της κίνησης, αλλά και της σκέψης.

ΟMarkus Raetz (1941- ) είναι ζωγράφος, εικονογράφος και γλύπτης, που γεννήθηκε και ζει στην Ελβετία. Αποτελεί έναν από τους πιο διάσημους σύγχρονους καλλιτέχνες της Βέρνης και ένα βασικό πρόσωπο της γενιάς των «καλλιτεχνών που ερευνούν την αντίληψη». Χρησιμοποιώντας ένα ευρύ φάσμα μέσων και τεχνικών, καταπιάνεται με θέματα που συνδέονται με τη σχετικότητα των αισθήσεων και την αντίφαση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την υποτιθέμενη πραγματικότητα. Τα έργα του δεν επικεντρώνονται σε αυτό που απεικονίζουν, αλλά στον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά. Συχνά απαιτούν αλληλεπίδραση από τον θεατή και μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο όταν προβληθούν σε κίνηση ή από διαφορετικές γωνίες.

Ο Raetz χρησιμοποιεί την τεχνική της αναμόρφωσης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον συνεχή μετασχηματισμό μιας εικόνας και τη συνειδητοποίηση ότι το να βλέπει κανείς ένα αντικείμενο αποτελεί, επίσης, πάντα μία προβολή στο εν λόγω αντικείμενο. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δυναμική μορφή έκφρασης, στην οποία η τέχνη της παράστασης είναι εξίσου σημαντική με το ίδιο το θέμα. Το θέμα κρύβεται μέσω ακριβούς και υπολογιζόμενης παραμόρφωσης σε μια φαινομενικά συγκεχυμένη σειρά εμφανίσεων. Είναι δε ορατό στην πρωτότυπη κατάσταση μόνο από μία συγκεκριμένη άποψη. Κάθε εικαστική πραγματικότητα υπόκειται στους δικούς της νόμους και μπορεί να παρουσιάσει μόνο μία προβολή τη φορά. Ο θεατής θα πρέπει να βιώσει και να κατανοήσει την πράξη της παρατήρησης και τις πολλές ερμηνείες των συμβόλων, όχι μόνο μέσω της όρασης και της κίνησης, αλλά και της σκέψης.

Τα έργα του Makus Raetz δεν επικεντρώνονται σε αυτό που απεικονίζουν, αλλά στον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά.

Με αυτόν τον τρόπο απαιτείται να γίνει αντιληπτό το γλυπτό του Raetz Gross und Klein (Μεγάλα και Μικρά, 1993). Το μεγάλο μπουκάλι και το μικρό ποτήρι μεταλλάσσονται σε μεγάλο ποτήρι και μικρό μπουκάλι αντίστοιχα. Ο παρατηρητής, καθώς κινείται γύρω από το έργο, βιώνει όλα τα ενδιάμεσα στάδια, είναι παρών σε εσφαλμένες εικόνες, οι οποίες όμως κατασκευάζουν τη γνωστή πραγματικότητα. Η αναμόρφωση, δηλαδή, ορίζει κάτι περισσότερο από τις μορφές που είναι κρυμμένες σε μία σύνθεση. Αναδεικνύει τα εργαλεία μέσα από τα οποία η μορφή απέναντι στον θεατή διαβάζεται και επαναπροσδιορίζεται, ενεργοποιώντας τη σχέση θεατή και χώρου. Ο χώρος μετατρέπεται σε κριτικό τρόπο σκέψης και ο καλλιτέχνης, μέσω του έργου του, είναι αρωγός στο κοινό που ποθεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα. Ακόμα κι αν το έργο απευθύνεται σε ένα παιδί. Ο Raetz αναφέρει: «Κάνω πράγματα που όλοι μπορούν να καταλάβουν. Δεν πρόκειται για πολύπλοκη εργασία. Μπορώ να το δω στην αντίδραση των παιδιών». Ο καλλιτέχνης έχει εργαστεί με μαθηματική ακρίβεια, ώστε η μία σύνθεσή του να οδηγεί στην άλλη, προκειμένου ο θεατής να είναι ικανός να αντιληφθεί ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται στην παθητική αποδοχή και τη μία όψη των πραγμάτων.

Ο παρατηρητής, καθώς κινείται γύρω από το έργο, βιώνει όλα τα ενδιάμεσα στάδια, είναι παρών σε εσφαλμένες εικόνες, οι οποίες όμως κατασκευάζουν τη γνωστή πραγματικότητα.

Το συγκεκριμένο έργο του Raetz θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αναδείξει τη διαδικασία με την οποία η κατανάλωση αλκοόλ μετατρέπεται από υπεύθυνη σε υπερβολική, μέσα από μαθηματικά δομημένες καταστάσεις. Τη διαδικασία με την οποία “ένα ποτηράκι” οινοπνευματώδους ποτού μεταμορφώνεται σε ένα μπουκάλι («το ένα φέρνει το άλλο» – «ένα ακόμα δεν πειράζει» – «λίγο ακόμα για να έρθουμε σε κέφι» κ.λπ.) –  ή και την αντίστροφη διαδικασία όπου για κάποιον ένα μπουκάλι είναι σαν ένα ποτήρι, τύπου «δεν με πιάνει το αλκοόλ».

Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, ο Raetz διατυπώνει την αίσθηση της όρασης ως κάτι που μπορεί εύκολα να εξαπατηθεί, αφού θεωρεί ότι η πραγματικότητα αλλάζει ανάλογα με τη θέση μας, κάθε στιγμή. Ποτήρι ή μπουκάλι, μεγάλο ή μικρό, όλα διαφοροποιούνται σύμφωνα με τον τρόπο που εξετάζουμε τις καταστάσεις. Είτε είμαστε νηφάλιοι, είτε έχουμε πιει κι ένα ποτηράκι παραπάνω.  

Η Κωνσταντίνα Πατσιαλού είναι Εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Επαγγελματική Εκπαίδευση. Σπούδασε Γραφιστική στο ΤΕΙ Αθήνας και Παιδαγωγικά στην ΑΣΠΑΙΤΕ Πάτρας. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στις «Γραφικές Τέχνες – Πολυμέσα» της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών του Ε.Α.Π. Η Διπλωματική της εργασία με θέμα «Η επιλογή του χρώματος στη διαδικασία προώθησης ενός προϊόντος» την οδήγησε στη μελέτη του κόσμου των χρωμάτων, και στον τρόπο με τον οποίο αυτά χρησιμοποιούνται από σχεδιαστές και καλλιτέχνες, για να μεταδώσουν μηνύματα και να αποδώσουν ερμηνείες. Από τη “συνομιλία” της με τους δημιουργούς προέκυψαν ιστορίες που περιγράφουν πληθώρα σημαινομένων. Έτσι ξεκίνησε, και συνεχίζει, να γράφει όσα αφηγούνται οι εικόνες, που είναι πολλά περισσότερα από το προφανές.