Select Page

Gin παράγονται σήμερα σε όλο τον κόσμο, ασχέτως με το αν φέρουν ή όχι τον χαρακτηρισμό London Dry. Οφείλουμε όμως να είμαστε ικανοί να εντοπίζουμε τις διαφορές και αυτό έγινε σαφές στον κύκλο των 5 masterclass που πραγματοποιήθηκαν πανελλαδικά από το ελληνικό Grace.

φωτογραφίες: Βαγγέλης Πατσιαλός

grace gin masterclass

Γυρίζω τον χρόνο πίσω και σκέφτομαι: Το 2009, που ξεκίνησα να ασχολούμαι εντατικά με το τζιν, στην Ελλάδα κυκλοφορούσαν καμιά δεκαριά ετικέτες. Και για να ακριβολογούμε, αυτό συνέβαινε στην Αθήνα -μόνο- και στις ελάχιστες -τότε- ενημερωμένες κάβες. Γιατί, στην επαρχία, πάνω από 3-4 μάρκες δεν υπήρχαν πουθενά. Το 2010 συμμετείχα στον παγκόσμιο διαγωνισμό του G’Vine στο Cognac της Γαλλίας, γεγονός που με έβαλε στην διαδικασία, να ασχοληθώ με το gin για μήνες, να διαβάσω οτιδήποτε σχετικό (όπως αυτό, αυτό και αυτό το βιβλίο) κυκλοφορούσε στην παγκόσμια βιβλιογραφία και να δοκιμάσω οτιδήποτε περιείχε απόσταγμα αρκεύθου. Από το 2011 είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με πολλές εταιρείες ποτών που διανέμουν στην Ελλάδα gin: Έκανα παρουσιάσεις για το ισπανικό Gin Mare, τα Λονδρέζικα Broker’s  και Boodles, το κλασικό Greenall’s και το ανθικό Bloom του ίδιου Οίκου, το ολλανδικό Sylvius, το επίσης διαχρονικό και παραδοσιακό Hayman’s, αλλά και τα πιο καινούρια Ford’s και The Blue Beetle. Και το πρόσφατο workshop (με πρωτοβουλία του ελληνικού Diffords Guide) για τα The Botanist, Bulldog και Finsbury. Έχω την αίσθηση ότι κάθε φορά οι παρουσιάσεις μου γινόντουσαν όλο και πιο περιεκτικές, πιο ώριμες και πιο διαδραστικές, αλλά αυτό καλύτερα θα το κρίνετε εσείς που τις παρακολουθείτε και όχι εγώ. Βέβαια, πολλοί από τους ακροατές μου, έρχεστε και ξαναέρχεστε, ακούτε, βλέπετε, κρατάτε ό,τι σας κάνει εντύπωση, τα υπόλοιπα τα ξεχνάτε και πάτε παρακάτω. Μπαίνουν όλες αυτές οι πληροφορίες στο μυαλό, ανακατεύονται και στο τέλος μένει κάτι μέσα, ένα μωσαϊκό σκέψεων και συμπερασμάτων που σας κάνει καλύτερους και ικανότερους στην δουλειά σας.

Την Άνοιξη του 2017, δημιουργήθηκε στην Ελλάδα και για όλο τον κόσμο, ένα νέο gin, το Grace. Η διαφορά με αυτό εδώ το προϊόν, είναι ότι είχα την ευκαιρία σχεδόν να το ζήσω από την αρχή του, να μπω μέσα στο μυαλό των δημιουργών του, να νιώσω την απαγωγή θερμότητας από τον αποστακτήρα, να αντιληφθώ το πάθος της συνεργασίας, την ανάγκη για κάτι διαφορετικό. Την  διαφορετικότητα την είδα, τόσο στον τρόπο παραγωγής, όσο και στα βοτανικά που χρησιμοποιούνται στις δύο back to back ασυνεχείς αποστάξεις για το τελικό απόσταγμα. Επειδή είχα στο μυαλό μου ότι:
– οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι (το 1500 π.Χ.) ήταν εκείνοι που πρωτο-ξετρελάθηκαν με τα juniper berries
– οι ελληνικές ποικιλίες αρκεύθου ενθουσίασαν τους Αρχαίους Αιγύπτιους και φρόντιζαν να τις προμηθεύονται τακτικά.
– To 1050 μ.Χ. οι Ιταλοί μοναχοί πειραματίζονται για την παραγωγή αλκοόλης χρησιμοποιώντας τα πάντα, ακόμα και άρκευθο.
– Το 1500 μ.Χ. οι Ολλανδοί χρησιμοποιούν άρκευθο σε βρασμένο κρασί, ενώ εμφανίζονται συνταγές για απόσταξη κρασιού που συμπεριλαμβάνουν και χρήση αρκεύθου!
– Το 1575 στο Άμστερνταμ ιδρύεται το αποστακτήριο Bols, όπου παράγονται λικέρ και αποστάγματα αρωματισμένα (και) με άρκευθο.
– Το 1650 οι Άγγλοι πολεμούν με τους Ολλανδούς και γνωρίζουν το ολλανδικό genever. Από τότε οι Άγγλοι ξεκίνησαν να φτιάχνουν το δικό τους τζιν.
– Από το 1850 και μετά οι Ισπανοί ξεκινούν επίσης να φτιάχνουν gin.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, ποτέ δεν με απασχόλησε το ερώτημα, “γιατί να παραχθεί gin στην Ελλάδα”; Όμως με ρωτήσατε κατά την διάρκεια των 5 gin σεμιναρίων που κάναμε πανελλαδικά με το Grace και για αυτό και το αναφέρω. Θέλω να πω, πως όταν κάποιος γνωρίζει τα σχετικά ιστορικά στοιχεία με τον άρκευθο και το τζιν, τότε δεν θεωρεί συνυφασμένο το τελευταίο, αποκλειστικά και μόνο με τη Βρετανία. Ειδικά σήμερα που παράγονται τόσες πολλές ετικέτες στην Αμερική, το Νέο Κόσμο και την Άπω Ανατολή. Αν με ρωτήσετε ποιο gin είναι το καλύτερο, ειλικρινά δεν μπορώ να σας απαντήσω, γιατί πολύ απλά η τοποθέτηση αυτή είναι λάθος. Αν ασχοληθείτε με το gin θα μάθετε από μόνοι σας ποια gin είναι καλά και ποια όχι. Συνεπώς, δεν υπάρχει το καλύτερο gin. Υπάρχει όμως “το καλύτερο gin για τα χρήματά που κοστίζει”, ειδικά αν είναι “100% εξ αποστάξεως”. Επίσης, μην ξεχνάτε πως η διαχρονικότητα σε ένα brand είναι αυτή που του δίνει προστιθέμενη αξία και πραγματικά ελπίζω, νιώθω, πως το Grace μπορεί να την έχει. Εγώ, απλά σας προτείνω να μην χάνετε κανένα σεμινάριο και καμιά παρουσίαση με θέμα το τζιν, ειδικά όταν δεν σας κοστίζουν τίποτα. Και ειδικά όταν είναι τόσο προσεγμένα, όσο του Grace. Τα  λέμε.

grace gin masterclass

grace gin masterclass

grace gin masterclass

Share This