Select Page

Η Judith Jan Leyster, ένα αστέρι της Τέχνης για την εποχή της ξεχασμένη όμως από την Ιστορία για πολλά χρόνια, ζωγραφίζει τον Εύθυμο πότη, για να υποδηλώσει όχι μόνο τις απολαύσεις της ζωής αλλά και τους κινδύνους της υπερβολής.

Hζωγράφος Judith Jans Leyster (1609-1660) γεννήθηκε στο Χάρλεμ της Ολλανδίας. Το όνομα Leyster, το οποίο μεταφράζεται από τα ολλανδικά ως πολικός αστέρας, είναι ένα όνομα που υιοθέτησε η οικογένεια από το ζυθοποιείο που είχε ο πατέρας της. Η Leyster, αναγνωρίστηκε γρήγορα ως ένα σπάνιο ταλέντο στην πατρίδα της. Μόλις σε ηλικία 24 ετών, είχε γίνει δεκτή στη Συντεχνία των Καλλιτεχνών του Χάρλεμ, και ήταν η μία από τις δύο γυναίκες ζωγράφους του 17ου αιώνα που το κατάφεραν. Η Leyster ανήκει στους καλλιτέχνες της «Ολλανδικής Χρυσής Εποχής», της περιόδου όπου η Ολλανδική Δημοκρατία γνώρισε οικονομική και πολιτιστική άνοδο, και έπαιξε ηγετικό ρόλο στο εμπόριο, τις επιστήμες και τις τέχνες. Η ζωγραφική της Ολλανδικής Χρυσής Εποχής συμπίπτει με την ευρωπαϊκή περίοδο της ζωγραφικής του Μπαρόκ, ωστόσο οι καλλιτέχνες επικεντρώθηκαν στην παρουσίαση της καθημερινότητας των ανθρώπων, που εκφράζεται μέσω ενός ευρύτατου πλαισίου και εξειδικευμένων κατηγοριών θεμάτων (π.χ. ρωπογραφίες, νεκρές φύσεις, τοπιογραφίες κ.λπ.). 

Τα αποδεικτικά στοιχεία της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης της Leyster είναι λιγοστά. Η ζωγράφος ίσως μαθήτευσε με τον Frans Hals, ή, σύμφωνα με τον ποιητή Samuel Ampzing, να σπούδασε στο εργαστήριο του  Frans Pietersz de Grebber. Ωστόσο, οι πίνακές της μοιάζουν έντονα με το έργο του Hals τόσο στο στυλ όσο και στο θέμα. Ζωγράφιζε με μια σίγουρη, αυθόρμητη πινελιά και επέλεγε για θέματα σκηνές της καθημερινής ζωής, παιδιά που ασχολούνται με παιχνίδια, μουσικούς και φιγούρες που χορεύουν και πίνουν. Επίσης, ζωγράφιζε πορτρέτα και νεκρές φύσεις. Η Leyster εξειδικεύθηκε στην απεικόνιση θεμάτων που σχετίζονται με ψυχαγωγικές δραστηριότητες στην Ολλανδία του 17ου αιώνα. Οι συνθέσεις της αποκαλύπτουν μια καλλιτέχνιδα που ήταν συνδεδεμένη με τις διεθνείς τάσεις της Μπαρόκ ζωγραφικής, όπου όμως πρόσθεσε το ανεξάρτητο όραμα και στυλ της. Η Leyster υπέγραφε τα έργα της με το χαρακτηριστικό μονόγραμμα «JL*», που ενσωματώνει τα αρχικά της με ένα αστέρι.

Η πλειοψηφία των χρονολογημένων έργων της Leyster ζωγραφίστηκε μεταξύ 1629 και 1635, πριν παντρευτεί τον ζωγράφο Jan Miense Molenaer, το 1636. Μόλις έγινε μητέρα, φαίνεται να αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου της στην οικογένεια και στη διαχείριση του στούντιο του συζύγου της, παρά στη ζωγραφική. Μερικές φορές είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των πρώιμων έργων της και των έργων του Molenaer, ένα πρόβλημα που επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι οι δυο τους συχνά μοιράζονταν το εργαστήριο, τα μοντέλα και μπορεί ακόμη και να εργαζόταν ο ένας στις συνθέσεις του άλλου.

 Ένας από τους πρώτους πίνακες της Leyster, στον οποίο είναι εμφανής η ξεχωριστή υπογραφή της, έχει τίτλο Ο εύθυμος πότης (Pekelharing, 1629 – 88.5 x 84 cm – Frans Hals Museum, Haarlem, δάνειο από το Rijksmuseum, Amsterdam). Παρουσιάζει έναν χαρούμενο άνδρα που χαμογελά πλατιά στον θεατή, σηκώνοντας την άδεια κανάτα της μπύρας του, σαν να μας δείχνει ότι το ποτό του μόλις τελείωσε. Η λεπτομέρεια του προσώπου του, μεταδίδει την αίσθηση ενός ανθρώπου που αναγνωρίζει εκείνο το οποίο τον ευχαριστεί και που προβλέπει ότι δεν έχει πάρει το τελευταίο του ποτό. Ο πότης είναι ο Pekelharing, μια κωμική φιγούρα που διασκεδάζει τους καλεσμένους σε πανηγύρια και γιορτές με αιχμηρά και πνευματώδη σχόλια. Το όνομά του σημαίνει «αλατισμένη ρέγγα», μια ολλανδική σπεσιαλιτέ που προκαλεί έντονη δίψα. Ο Pekelharing, του οποίου ο λαιμός ήταν πάντα στεγνός, συχνά εμφανιζόταν σε πίνακες ζωγραφικής της εποχής. Συναντάται, για παράδειγμα, σε ένα έργο του Hals, ζωγραφισμένο, επίσης, γύρω στο 1629.

Ο χαρακτήρας απεικονίζεται να απολαμβάνει όχι μόνο το ποτό αλλά και το κάπνισμα, όπως δηλώνεται με τα διάφορα είδη καπνού με τα οποία είναι γεμάτο το τραπέζι. Το θέμα υποδηλώνει τόσο τις απολαύσεις της ζωής όσο και τους κινδύνους της υπερβολής. Τον 17ο αιώνα, το υπερβολικό κάπνισμα και το αλκοόλ θεωρούνταν ανόητη συνήθεια -όπως άλλωστε και σήμερα. Πολλοί πίνακες αυτής της περιόδου περιελάμβαναν μηνύματα σχετικά με την παροδικότητα της ζωής και την ικανοποίηση των αισθήσεων. Θέματα με ηθικολογικές ερμηνείες ήταν συνηθισμένα στους Ολλανδούς Μπαρόκ ζωγράφους, οι οποίοι αναζητούσαν εναλλακτικές λύσεις έναντι των παραδοσιακών θρησκευτικών θεμάτων, αλλά εξακολουθούσαν να επιθυμούν κάποια μεγαλύτερη συμβολική σημασία που να απορρέει από το έργο τους.

Η Leyster πέθανε το 1660, σε ηλικία 50 ετών. Αν και η δουλειά της εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους συγχρόνους της, το όνομά της παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό άγνωστο μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Μερικά έργα της αποδόθηκαν στον Frans Hals και άλλα στον σύζυγό της, παρά την υπογραφή τής ζωγράφου, με το έξυπνο παιχνίδι στο επώνυμό της. Η εσφαλμένη απόδοση των έργων της στον Molenaer μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι μετά το θάνατό της πολλοί από τους πίνακές της ανέφεραν τη δημιουργό ως «η σύζυγος του Molenaer» και όχι ως «Judith Leyster».

Μόνο στα τέλη του 19ου αιώνα άρχισε να αναγνωρίζεται το ταλέντο της Leyster. Κι ενώ η αρχική εσφαλμένη απόδοση των έργων της μπορεί να ήταν σε μεγάλο βαθμό τυχαία, υπάρχει τουλάχιστον μία περίπτωση σκόπιμης εξαπάτησης. Το 1893, ο πίνακας The Happy Couple, που αποδόθηκε στον Hals, αποκαλύφθηκε ότι ήταν της Leyster: τα αρχικά της βρέθηκαν κάτω από μια πλαστή υπογραφή του Hals. Αυτή η ανακάλυψη, από τον Ολλανδό ιστορικό τέχνης Cornelis Hofstede de Groot, και ένα άρθρο που δημοσίευσε για τη ζωγράφο, οδήγησε στην απόδοση επτά έργων στη Leyster, έξι από τα οποία έχουν υπογραφεί με το διακριτικό της μονόγραμμα.

Ξεχασμένη από την Ιστορία της Τέχνης, η κληρονομιά της Leyster ανακτήθηκε από ιστορικούς που, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1970, άρχισαν να αμφισβητούν την απουσία γυναικών από την Τέχνη. Η επιτυχία της Leyster κατά τον 17ο αιώνα και η επακόλουθη διαγραφή της από την ιστορία, αποτελεί ένα σημαντικό παράδειγμα πολλών γυναικών που έχουν παραλειφθεί να αναφερθούν.

Κατά τη διάρκεια των αιώνων, οι γυναίκες έχουν εμπλακεί στην παραγωγή τέχνης, είτε ως δημιουργοί και καινοτόμοι νέων μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης, είτε ως προστάτιδες, συλλέκτριες, πηγές έμπνευσης, ιστορικοί τέχνης και κριτικοί. Οι γυναίκες έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και συνεχίζουν να εμπλέκονται με τον κόσμο της Τέχνης. Εντούτοις, πολλές από αυτές έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με τη μεροληψία και τις προκαταλήψεις λόγω φύλου, τόσο στη δυνατότητα εκπαίδευσης όσο και στην πώληση του έργου τους και την αναγνώριση. Για αιώνες, οι γυναίκες αποκλείονταν συστηματικά από τα αρχεία της Ιστορίας της Τέχνης.

Πολλές γυναίκες εμποδίστηκαν να παρακολουθήσουν μια γενική εκπαίδευση, πόσο μάλλον την κατάρτιση των τεχνών. Και επιπλέον, οι άνδρες συχνά πίστευαν ότι οι γυναίκες ήταν κατώτερες καλλιτέχνιδες. Αντιμετώπιζαν τις γυναίκες ως χαρισματικές μεν, ερασιτέχνισσες δε, αρνούμενοι να τις αναγνωρίσουν ως επαγγελματίες. Πάντα υπήρχαν γυναίκες στην Τέχνη, όμως ήταν οι άνδρες που έγραψαν τα βιβλία της ιστορίας όπου και “ξέχασαν” να τις αναφέρουν! Ορισμένες καλλιτέχνιδες υιοθέτησαν ανδρικά ονόματα ή υπέγραφαν με τα αρχικά τους. Άλλες επέλεξαν να εργαστούν ως μοντέλα, για να υποστηρίξουν την καριέρα τους και να μάθουν από τους άνδρες συγχρόνους τους. Προκειμένου να βρουν τη δική τους κατεύθυνση, μερικές γυναίκες δούλευαν με υφάσματα και τις διακοσμητικές τέχνες, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν ως «χειροτεχνίες» που ήταν δευτερεύουσες των «καλών τεχνών».

Ευτυχώς, όμως, για τη Leyster, χρόνια ερευνών κατάφεραν να φέρουν στο φως περισσότερη από την τέχνη της. Μέχρι σήμερα, περίπου 35 πίνακες που σώθηκαν, έχουν αναγνωριστεί ως έργο της. Είναι δύσκολο να παρουσιαστεί μια ακριβής καταμέτρηση, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα αμφισβητείται η απόδοση. Το 2009, η ζωγράφος αποτέλεσε αντικείμενο αναδρομικής έκθεσης στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, όπου τελικά έλαβε τη δημοσιότητα που της άξιζε! Τα επόμενα χρόνια θα φέρουν νέες ανακαλύψεις για τη Leyster, καθώς ιστορικοί τέχνης, έμποροι και άλλοι επαγγελματίες του πολιτισμού συνεχίζουν τις προσπάθειες, για να αποκατασταθεί αυτό το πραγματικό αστέρι της Τέχνης στα αρχεία της Ιστορίας.

Η Κωνσταντίνα Πατσιαλού είναι Εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Επαγγελματική Εκπαίδευση. Σπούδασε Γραφιστική στο ΤΕΙ Αθήνας και Παιδαγωγικά στην ΑΣΠΑΙΤΕ Πάτρας. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στις «Γραφικές Τέχνες – Πολυμέσα» της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών του Ε.Α.Π. Η Διπλωματική της εργασία με θέμα «Η επιλογή του χρώματος στη διαδικασία προώθησης ενός προϊόντος» την οδήγησε στη μελέτη του κόσμου των χρωμάτων, και στον τρόπο με τον οποίο αυτά χρησιμοποιούνται από σχεδιαστές και καλλιτέχνες, για να μεταδώσουν μηνύματα και να αποδώσουν ερμηνείες. Από τη “συνομιλία” της με τους δημιουργούς προέκυψαν ιστορίες που περιγράφουν πληθώρα σημαινομένων. Έτσι ξεκίνησε, και συνεχίζει, να γράφει όσα αφηγούνται οι εικόνες, που είναι πολλά περισσότερα από το προφανές.