Select Page

Ποιά είναι η ιδανική σχέση bartender και εργοδότη και πόσο πολύ επηρεάζει την εργασιακή ανασφάλεια που νιώθει ο εργαζόμενος; Ο Αλέξανδρος Σουρμπάτης ξεδιπλώνει μερικές σκέψεις του.

Πριν από λίγους μήνες είχα γράψει εδώ ένα άρθρο, το οποίο αποτελούσε ουσιαστικά μετάφραση του αντίστοιχου κειμένου του Jeffrey Morgenthaler, σχετικά με την εργασιακή αβεβαιότητα. Πολλοί ήταν οι φίλοι που είπαν πως η ιστορία αυτή τους θύμισε παρόμοιες δικές τους εμπειρίες, ενώ κάποιοι ισχυρίστηκαν πως τέτοιοι manager δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Το θέμα, όμως, είναι ότι υπάρχουν και άρα η ευθύνη -πολλές φορές- για το πώς “θα γίνει η δουλειά” βαραίνει τον bartender. Σε συνέχεια αυτής της “κουβέντας” που ξεκίνησε με αφορμή το αμερικάνικο άρθρο, ζήτησα από τον Αλέξανδρο Σουρμπάτη, να μοιραστεί μαζί μου τις σκέψεις του γύρω από τις σχέσεις υπαλλήλου (bartender) και εργοδότη. Ο Αλέξανδρος, έχει στο παλμαρέ του εργασιακή εμπειρία στο εξωτερικό, ενώ τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται ως bartender στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Είναι τελειομανής και ενημερώνεται διαρκώς από τον ξένο Τύπο, το διαδίκτυο και την παγκόσμια βιβλιογραφία, για οτιδήποτε συμβαίνει στο bar, και σαφώς η άποψή του έχει κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον:
“Είχα την τιμή να μου προταθεί να συνεργαστώ με κάποιους ανθρώπους πολύ γνωστούς στη Θεσσαλονίκη. Όχι μόνο ως υπάλληλος αλλά ως συνέταιρος -λόγω της εμπειρίας μου στο χώρο. Στην αρχή, δηλαδή σε όλη την περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια της κατασκευής του μαγαζιού ήταν όλα ρόδινα. Το όνομά μου ακουγόταν πολύ, ακουγόταν σε κάθε συζήτηση των ιδιοκτητών με τρίτους παρουσιάζοντας με ως τον “ειδικό” των κοκτέιλ που θα απογείωνα στα μάτια τους τη νυχτερινή διασκέδαση στην πόλη. Σύντομα όμως, μετά το άνοιγμα ήρθαν οι πρώτοι τριγμοί. Δεν αναγνωριζόταν τόσο συχνά και τόσο έντονα πλέον η “αυθεντία” μου, είδα και ένιωσα μια αλλαγή στη συμπεριφορά τους, πράγμα που με παραξένεψε.
Άρχισα να αναρωτιέμαι τι άλλαξε ή τι πήγε στραβά και πλέον η σχέση μου με τους ιδιοκτήτες ήταν σε ανταγωνιστικό επίπεδο και όχι σε συναδελφικό. Ενώ στην αρχή μου είχε δοθεί εν λευκώ εντολή να τρέχω αυτοβούλως τα θέματα του μπαρ, του καταλόγου κλπ, άρχισαν οι παρεμβάσεις και οι υποδείξεις. Χωρίς αντίδραση υπέθεσα πως οι ιδιοκτήτες άλλαξαν γνώμη και θέλησαν κάτι άλλο. Αργότερα όμως αντιλήφθηκα ότι ένιωθαν σαν να είχα αποκτήσει εγώ τον έλεγχο του μαγαζιού και απειλούνταν η φήμη και το όνομά τους από κάποιον ξένο. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά να μην ασχολούμαι πλέον με το μπαρ και να ξενερώσω σε τέτοιο βαθμό που να μην έχω την όρεξη να μιλήσω για όλα αυτά τα προβλήματα με τους ιδιοκτήτες. Ίσως να λύνονταν οι διαφορές μας, ίσως όχι. Δεν θα το μάθω ποτέ. Αυτό που έμαθα, όμως, είναι ότι το βασικότερο σε μια συνεργασία, ειδικά στον χώρο της εστίασης που οι σχέσεις των εμπλεκομένων είναι φανερές στους πελάτες, είναι η επικοινωνία. Η συχνή επικοινωνία και η διάθεση για εύρεση λύσεων. Όχι η επικριτική τακτική και η συνεχής απαξίωση.”